ἐϋρρεής

ἐϋρρεής, ές, ([etym.] ῥέω)
A fair-flowing, Hom. (only in Il.) always in [dialect] Ep. gen. ἐϋρρεῖος (for -ρεέος) ποταμοῖο, Il.6.508, al.;

εὐρεῖος Πείροιο Hes. Fr.74

(v.l. εὐρῆος codd. Str.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εϋρρεής — ἐϋρρεής και εὐρεής, ές (Α) αυτός που ρέει ωραία («ἐϋρρεῑος ποταμοῑο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρε(F)ής (< ρέ(F)ος, το). Ο τ. γενικής ευρρείος < *ευρρεFεος] …   Dictionary of Greek

  • εΰρρειτος — ἐΰρρειτος, είτη, ον (Α) ο ευρρεής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρειτος (< *ρεFετος < ρέω < ρεFω)] …   Dictionary of Greek

  • ευρεής — εὐρεής, ές (Α) βλ. εϋρρεής …   Dictionary of Greek

  • εϋρρείτης — ἐϋρρείτης, ὁ (Α) εϋρρεής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρειτης (< * ρεFε της < ρεFω), πρβλ. ακαλα ρρείτης, βαθυρρείτης] …   Dictionary of Greek

  • εϋρρείων — ἐϋρρείων, ουσα, ον (Α) ο εὐρρεής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρείω, επικ. τ. τού ρέω] …   Dictionary of Greek

  • ἐυρρεέος — ἐϋρρεέος , ἐυρρεής fair flowing masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυρρεῖος — ἐϋρρεῖος , ἐυρρεής fair flowing masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.